Επιβίωση

Η Αθήνα που όλα τα αλέθει, σαν μύλος. Ψυχές και σώματα ανέκφραστων ανθρώπων που κείνται στα βαγόνια των τρένων, κάτω από κίτρινα φώτα που κάνουν τα πρόσωπα ακόμα πιο νωθρά. Πόσο δύσκολο να σηκώσεις τούτο το πέπλο που καλύπτει σαν σκόνη μια πόλη πέντε εκατομμυρίων κατοίκων και να βρεις από κάτω όλα όσα κάνουν την ζωή ανέφελη κι ευτυχισμένη. Σπίτια μικρά, στο χρώμα του άνθρακα και της τέφρας. Το ένα πλάι στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο. Και μέσα τους εμείς, με μάτια κλειστά, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ο ένας μακριά από τον άλλον. Ποτέ τα σπίτια μας δεν ήταν τόσο κοντά όσο είναι σήμερα, μα πότε άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη.
Σαν τα μυρμήγκια, σκάβουμε κάτω από την γη τον λάκκο μας. Εργατικοί κι υπομονετικοί συνάμα, υποταγμένοι στην μοίρα μιας ισόβιας μοναξιάς. Τι κι αν δεν ψάχνουμε με μανία στα σκουπίδια για το κάτι χρήσιμο. Ζούμε μέσα τους. Σε εκείνες τις άναρθρες κραυγές περαστικών που αντιδρούν στο τσίμπημα της λησμονιάς. Σε εκείνα τα σκονισμένα γραφεία με τις χρωματιστές κούπες καφέ των δημοσίων υπαλλήλων που αφήνουν μια σφραγίδα να καθορίσει το μέλλον τους σε τούτη την ζήση. Μια σφραγίδα, για φαντάσου. Ξοδεύουμε 8 ώρες από την ζωή μας για να σφραγίσουμε χαρτιά, κλεισμένοι σε κλούβες δυσωδίας ανθρώπινου πνεύματος. Θάβουμε τα όνειρα μας σε κουτιά. Στοιβάζουμε τους πόθους μας σε post its, που ξεκινούν με το να και το θα. Καμιά μέρα δεν μας χαρίζεται και όμως όλες τις μέρες τις πετάμε, γιατί πρέπει να επιβιώσουμε, να γίνουμε σπουδαίοι, δημοφιλείς, πιο έξυπνοι από τον τάδε, πιο όμορφοι από τον δείνα.
Εργάτες σε μια επιχείρηση που πτώχευσε πριν καν ακμάσει. Πολιτικά ανίδεοι, ιστορικά ημιμαθείς, προσωπικά ανδρείκελα των ηλιθίων που ζουν σε βάρος μας μια τριφηλή καθημερινότητα. Τα χέρια μας, άλλος καθρέφτης και τούτος. Μία τα μάτια, μια τα χέρια. Βρώμικα, δεν ψηλαφούν, παλεύουν. Ηχούν σειρήνες παντού, οι δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα που δεινοπαθούν από ένα διαρκές σταμάτα, ξεκίνα. Σταμάτα, ξεκίνα. Τα άψυχα σε αρμονία με τα έμψυχα. Οι εμμονές, για πάντα εμμονές! Περπατάμε σκυφτοί από συνήθεια. Σαν να ψάχνουμε στα πεζοδρόμια την χαμένη μας αθωότητα. Δεν κοιτάμε τον ουρανό, γιατί ο ήλιος αν τον κοιτάξεις κατάματα, τυφλώνει. Κάνουμε σεξ από ένστικτο κι όχι από έρωτα. Κι ας θα’ πρέπε τα σώματα να σμίγουν από λαχτάρα για την ένωση. Μήπως οι έρωτες δεν είναι ένας μικρός θάνατος; Μήπως ξεχάσαμε; Μέσα στα σπλάχνα της γης που μας ξεγέννησε, μέσα στην μήτρα ενός κόσμου άχαρου και όμορφου, επωαστήκαμε για να γελάμε. Να τρώμε παγωτά, να περπατάμε στην φύση, να γευόμαστε το νέκταρ των σταφυλιών και να μεθάμε από κρασί κι αγάπη. Μέθη. Η λήθη των έμβιων, η αθανασία των νεκρών.
Πεινάμε, διψάμε, ανεβοκατεβαίνουμε γυμνοί την Πατησίων, κενοί νοήματος, νυχοπατώντας, για να μην ξυπνήσουμε τα πνεύματα όλων εκείνων που σκέφτονταν την ζωή μα δεν την ζούσαν. Θες γιατί ήτανε δειλοί, θες γιατί η ματαιότητα της πάλης με ένα θεριό ανήμερο κι αδάμαστο είναι ήττα πριν καν ακουστεί το μπαμ της έναρξης. Άτεχνοι, ορκιζόμαστε με την παλάμη κλειστή, σε έναν Θεό, σε μια επιστήμη. Ορκιζόμαστε. Να τηρούμε, να σεβόμαστε. Ανταλλάζουμε ευχές και λουλούδια, ψιθυρίζουμε εις ανώτερα στις επιτυχίες των φιλών μας μα ξεχνάμε πως τα ανώτερα δεν είναι για το είδος μας. Αντί να τρέξουμε μέσα στα δάση και στα πάρκα, αντί να δημιουργήσουμε πάρκα και μυρωδιές, κάνουμε την φαντασία μας σημείωση και την κολλάμε στο ψυγείο. Για το αύριο. Λέμε συνεχώς τις ίδιες κουβέντες. Αλλά αν ο άνεμος δεν φυσήξει, πως θα κινηθεί ο τροχός; Φουυυυυυυυ. Σκουριασμένη μελωδία. Τικ τακ, τικ τακ. Ο χρόνος. Κυλάει. Ο τροχός γιατί να μένει στάσιμος;

Advertisements

Κατάθλιψη

Είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των κρυστάλλων και όχι των ονείρων. Δεν του τα είπανε καλά του Σαίξπηρ. Ή μάλλον δεν στοχάστηκε σωστά. Μερικοί δηλαδή από εμάς. Η ύλη από την οποία έχουμε σμιλευτεί, είναι που μας καθιστά ατελείς και πεπερασμένους. Πέσαμε από τα σύννεφα, πέφτουμε ολοένα και πιο χαμηλά με τα χρόνια. Και πέφτουμε, μέχρι να αγγίξουμε με τα πέλματα μας το χώμα. Μέχρι να βρούμε πάλι ουρανό; Μέσα στις αβεβαιότητες χάσαμε το είναι μας, τον στόχο μας, το όνειρο. Ξεχάσαμε την αγάπη μας κάπου στο μεσοδιάστημα της πτώσης. Και τα σώματα μας γέμισαν αόρατες πληγές. Τα βλέμματα μας χαμήλωσαν, κοιτούν διαρκώς τα πέλματα, το χώμα. Αίμα πουθενά. Κανείς δεν τις βλέπει, γι’ αυτό κανείς δεν μας νιώθει. Η θλίψη κάλυψε τα πρόσωπα μας, που σκυφτά καθώς κείνται, γερνούν σε μία μέρα δέκα χρόνια. Ξάφνου η ανάσα μας έγινε γρήγορη, μια ζάλη κυρίευσε την ύπαρξη μας σαν κατακτητής και ο φόβος του θανάτου φώλιασε στο μυαλό μας. Σαν ενήλικα παιδιά, ξαπλώσαμε στο έδαφος και κλάψαμε δυνατά σε εμβρυακή στάση, σε μια ύστατη προσπάθεια να αγγίξουμε τον εαυτό μας. Το μόνο που έχουμε, το μόνο που δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ. Μόνοι, σε μια πόλη αχανή, όπου τα καταφύγια είναι λιγότερα από τα δόκανα της καθημερινότητας. Μόνοι, θλιμμένοι και αναρωτώμενοι, γιατί σε εμάς. Με το εμάς να κρύβει μέσα του το κάθε μεμονωμένο εγώ.
Να πληρώνουμε για να μας ακούσουν. Να μας δείξουν τον δρόμο που οδηγεί πάλι στα σύννεφα. Να πίνουμε φάρμακα που απελευθερώνουν -καθώς λένε τα χαρτιά- σεροτονίνες. Ουσίες που μας κάνουν ευτυχισμένους. Αν όμως η ευτυχία μας βρισκόταν στα μιλιγκράμ ενός λευκού, οβάλ χαπιού δεν θα υπήρχε το χώμα, δεν θα υπήρχε η πτώση και όλοι θα ζούσαμε ψηλά, στα σύννεφα. Δεν θα υπήρχε ο φόβος. Δεν θα υπήρχε ο μαύρος σκύλος ή το μαύρο τέρας, που συνυφασμένα καθώς είναι και τα δύο με την θλίψη, ολοένα και μεγαλώνουν αν τα αγνοήσεις. Φως θα γέμιζε τις νύχτες μας και η βροχή θα φυλακιζόταν σε μικρά, γυάλινα δοχεία για να την θαυμάζουμε. Αυτός είναι ο ρόλος της άλλωστε.
Ζούμε. Δεν ζούμε; Κι ας ευχόμαστε αυτή η ζήση να είναι ένας περαστικός εφιάλτης που θα τελειώσει κάποτε για να έρθει η νέα ζωή, η κανονική. Αυτή με τα διαρκή χαμόγελα, τις πολλές αγκαλιές, τα χάδια και τα χνάρια αγγέλων που θα μας δείχνουν τον δρόμο μονάχα για τον παράδεισο. Πονάμε. Αναίτια και αιτιωδώς συγχρόνως. Πονάμε για εμάς όχι γιατί είμαστε εγωιστές, αλλά γιατί ο πόνος των άλλων προϋποθέτει συμφιλίωση με τον δικό μας πόνο. Μας λένε πως η αιτία της πτώσης μας και της σφοδρής μας σύγκρουσης με το έδαφος, έχει όνομα. Κατάθλιψη. Κατάπτωση. Δυσθυμία. Διαταραχή πανικού. Όνομα; Ονόματα. Πολλοί οι φόβοι, πολλές οι λέξεις.
Με ένα φύσημα θέλουμε να τα σβήσουμε όλα. Αλλά μένουμε καθηλωμένοι, σαν το σώμα μας να είναι ένας τεράστιος μαγνήτης που έλκεται από το χάος. Τα χέρια μας βαριά, σχεδόν αυθύπαρκτα, κινούνται με δυσκολία. Τα μάτια μας υγρά, θολώνουν τα είδωλα μας στους καθρέφτες. Ο Κόσμος μας. Αυτός, ο μικρός, ο μέγας. Ο άσπλαχνος, ο όμορφος. Αυτός. Ένα πλέγμα αντιθέσεων. Ένας ιστός αράχνης για τα αδύναμα μυαλά. Για τις αδύναμες ψυχές. Φυλακή και Ελευθερία συνάμα.
Όλοι μας ζούμε στον υπόνομο. Κάποιοι, κοιτάζουν ακόμα τ’ άστρα. Αυτοί μονάχα θα’ ναι δίπλα μας όταν ξυπνήσουμε για να μας ψιθυρίσουν με Αγάπη, εφιάλτης ήτανε, πέρασε.
Στην θλίψη των πολλών, στην ομορφιά των λίγων.

Συνεχίστε να διαβάζετε Κατάθλιψη.